Στην ψησταριά ξεχώριζε σα μύγα μες στο γάλα
Πελάτης ήτανε καλός εκτός απ όλα τα αλλα
Δέκα σουβλάκια ζήτησε, παστίτσιο και γιουβέτσι
δώδεκα μπύρες χάινεκεν και μία κοκορέτσι

ο σερβιτόρος σήκωνε τον δίσκο και βογκούσε
έκλαιγε σαν περπάταγε ,η μέση του πονούσε
«Ποιος θα τα φάει όλα αυτά; Ποιο τρομερό στομάχι;»
«καταραμένος να γυρνά και κακό χρόνο να χει

Ποιος θα τα φάει όλα αυτά; Ποιος λύκος πεινασμένος;
που να του κάτσει ο μεζές ο ξαναζεσταμένος
Μπροστά μου θεέ μου ας πνιγεί σαν σκύλος ας πεθάνει
Το κρέας να εκδικηθεί και να τονε ξεκάνει

Ανάθεμα σε λαίμαργε και μυριανάθεμα σε
Κακό να σε βρει τρομερό, καταραμένος να σαι
Από τις μπύρες να πνιγείς, να πάθεις σαλμονέλα
Να τρως μόνο ρυζόγαλο κι αυτό χωρίς κανέλα»

Ο σερβιτόρος ήτανε Σαββατογεννημένος
Πιάνανε οι κατάρες του , σε όποιον είχε μένος
Και ο χοντρός ο δύστυχος πνίγηκε με την μπύρα
Σε σερβιτόρο φθονερό τον έριξε η μοίρα.

Γρήγορα φέρτε ένα γιατρό , ουρλιάζανε οι πελάτες
και ο σερβιτόρος που έφερε τύψεις πολλές στις πλάτες
τον λαίμαργο κατάφερε ξανά να ζωντανέψει
Με τεχνητή αναπνοή τον χάρο να ληστέψει.

Και πως τα φέρνει η ζωή και η τυφλή η τύχη
Πολλά μπορεί ένα φιλί οφέλη να πετύχει
Ζευγάρι ωραίο έφτιαξε του έρωτα το βέλος
Κι ο δεκαπεντασύλλαβος αίσιο είχε τέλος

Σκύλος με φουλάρι

dw002.jpg

Ξεχώριζε από όλα τα σκυλιά
φουλάρι στο λαιμό φορούσε
γρήγορα είχε ανέβει τα σκαλιά
ανάμεσα στους σκύλους κυβερνούσε

Ο σκύλος με φουλάρι στο λαιμό
μεγάλη είχε αποκτήσει φήμη
κερδίζοντας δόξα και σεβασμό
κι ας ήταν ζώο άξεστο κι αγρίμι

κολπάκια δεν εγνώριζε πολλά
στα δύο πόδια δεν ισορροπούσε
τα αμάξια δεν κυνήγαγε καλά
και δέντρα αρκετά δεν κατουρούσε

Παρόλα αυτά ήταν ο αρχηγός
που λάτρευαν στων σκύλων το σινάφι
πνευματικός ηγέτη κι οδηγός
που τα σκατά του είχαν για χρυσάφι

Ποιο αφεντικό του έδωσε το χρίσμα;
δένοντας στο λαιμό του το φουλάρι
που μόνος του, ας είχε πείσμα
ποτέ δε θα μπορούσε να ‘χε πάρει

και ξαφνικά το γάβγισμα αρχίζει
ένα σκυλί χοντρό καλοθρεμμένο
σε ένταση που κόκαλα τσακίζει
μα ύφος, ίσως έλεγες, θλιμμένο

αμάξια χίλια έχω κυνηγήσει
το γάβγισμα μου καταστρέφει τζάμια
τυφλούς πολλές φορές έχω οδηγήσει
και κατρουλιό εσκόρπισα ποτάμια

φουλάρι αν δε φοράω τι πειράζει;
οι σκύλοι τι τα θέλουν τα στολίδια;
τους σκύλους με φουλάρια ποιος διχάζει;
στο δρόμο τα σκατά μας είναι ίδια

Παράφρονες

Οκτώβριος 27, 2007

παράφρονες μανιακοί φονιάδες
παιδούλες απροστάτευτες γυρεύουν
φρικιαστικές ιδέες σε χιλιάδες
στο άρρωστο μυαλό τους μαγειρεύουν

τανάλιες, δισκοπρίονα, ξυράφια
μαχαίρια, κάβουρες και κατσαβίδια
ασβοί, αγριογούρουνα ελάφια
αράχνες, γαιοσκώληκες και φίδια

στις παιδικές χαρές παραφυλάνε
για έφηβες που πάνε να καπνίσουν
στις κούνιες μόλις κάτσουν τους ορμάνε
σπίτι το σχέδιο θα συνεχίσουν

τανάλιες, δισκοπρίονα, ξυράφια
μαχαίρια, κάβουρες και κατσαβίδια
ασβοί, αγριογούρουνα ελάφια
αράχνες, γαιοσκώληκες και φίδια

Στο σκοτεινό κελάρι τις κλειδώνουν
μέχρι τα εργαλεία να ετοιμάσουν
δουλειά δε κάνουν , βρύσες δε βιδώνουν
τον κάβουρα αλλού θα δοκιμάσουν

τανάλιες, δισκοπρίονα, ξυράφια
μαχαίρια, κάβουρες και κατσαβίδια
ασβοί, αγριογούρουνα ελάφια
αράχνες, γαιοσκώληκες και φίδια

Κραυγές μέσα στη νύχτα αν ακούσεις
από μια πόρτα πίσω κλειδωμένη
να σου εξηγήσω δεν είναι της παρούσης
τι έπαθε η παιδούλα η καημένη