Στην ψησταριά ξεχώριζε σα μύγα μες στο γάλα
Πελάτης ήτανε καλός εκτός απ όλα τα αλλα
Δέκα σουβλάκια ζήτησε, παστίτσιο και γιουβέτσι
δώδεκα μπύρες χάινεκεν και μία κοκορέτσι

ο σερβιτόρος σήκωνε τον δίσκο και βογκούσε
έκλαιγε σαν περπάταγε ,η μέση του πονούσε
«Ποιος θα τα φάει όλα αυτά; Ποιο τρομερό στομάχι;»
«καταραμένος να γυρνά και κακό χρόνο να χει

Ποιος θα τα φάει όλα αυτά; Ποιος λύκος πεινασμένος;
που να του κάτσει ο μεζές ο ξαναζεσταμένος
Μπροστά μου θεέ μου ας πνιγεί σαν σκύλος ας πεθάνει
Το κρέας να εκδικηθεί και να τονε ξεκάνει

Ανάθεμα σε λαίμαργε και μυριανάθεμα σε
Κακό να σε βρει τρομερό, καταραμένος να σαι
Από τις μπύρες να πνιγείς, να πάθεις σαλμονέλα
Να τρως μόνο ρυζόγαλο κι αυτό χωρίς κανέλα»

Ο σερβιτόρος ήτανε Σαββατογεννημένος
Πιάνανε οι κατάρες του , σε όποιον είχε μένος
Και ο χοντρός ο δύστυχος πνίγηκε με την μπύρα
Σε σερβιτόρο φθονερό τον έριξε η μοίρα.

Γρήγορα φέρτε ένα γιατρό , ουρλιάζανε οι πελάτες
και ο σερβιτόρος που έφερε τύψεις πολλές στις πλάτες
τον λαίμαργο κατάφερε ξανά να ζωντανέψει
Με τεχνητή αναπνοή τον χάρο να ληστέψει.

Και πως τα φέρνει η ζωή και η τυφλή η τύχη
Πολλά μπορεί ένα φιλί οφέλη να πετύχει
Ζευγάρι ωραίο έφτιαξε του έρωτα το βέλος
Κι ο δεκαπεντασύλλαβος αίσιο είχε τέλος

Advertisements

μέσα στα βάθη των αιώνων
του μίσους η πηγή χαμένη
διψάει το αίμα των προγονών
για νέο αίμα επιμένει

τι άραβες και ποιοι εβραίοι;
αθώες ψιλοκακιούλες
αίμα δεν έχουν δει να ρέει
πτώματα μέσα σε σακούλες

αν είσαι μαραθωνοδρόμος
χιλιόμετρα πολλά αν τρέχεις
πολύ θα πρέπει να προσέχεις
μακρόστενος είναι ο τρόμος

αθώε μαύρε Κενυάτη
ο αντίπαλος δεν είναι οι ώρες
ούτε του δρόμου οι ανηφόρες
το τράμ σε έβαλε στο μάτι

και αν γλίτωσες απ τα λιοντάρια
από την δίψα και τη πείνα
απ την ανθρωποφάγος χήνα
κι από τα σαρκοφάγα ψάρια

καλά δεν τα’χες λογαριάσει
σφάλμα η συμμετοχή σου ίσως
το προαιώνιο το μίσος
το τραμ ποτέ δε θα ξεχάσει

σα μελώδια ήχησαν οι λέξεις
το ακουστικό μου έπεσε απ τα χέρια
πως πέταγα αισθάνθηκα στ αστέρια
πώς τόση ευτυχία να αντέξεις;

Η λύτρωση ανακοίνωσαν πως φτάνει
«συγχαρητήρια το στεγαστικό ενεκρίθη»
μ’ έλουζαν με γαρύφαλλα τα πλήθη
δάφνινο μου φορέσανε στεφάνι

Σαν άνθρωπος κι εγώ τώρα θα ζήσω
στης τράπεζας χάρη την ευλογία
για να αποκτήσω κατοικία
το αίμα μου ενέχυρο θα’φήσω

με δόσεις θα μετράω πια τους μήνες
από μπετόν της σιγουριάς μου τα θεμέλια
στο ΙΚΕΑ με χαρές και γέλια
πόμολα θα διαλέγω και κουρτίνες

Μπαράζ τεμαχισμών

Νοέμβριος 3, 2007

Χρατς χρατς
η λάμα ροκανίζει
χρατς χρατς
τον σκύλο τεμαχίζει

γαβ γαβ
γαβγίζει από τον πόνο
γαβ γαβ
υπομονή τελειώνω

σπλιτς σπλατς
το αίμα χάμω στάζει
σπλιτς σπλατς
στεγνά κανείς δε σφάζει

νοκ νοκ
τη πόρτα μου χτυπάνε
νοκ νοκ
στο διάολο να πάνε

νοκ νοκ
ποιος να ναι; Επιμένει
νοκ νοκ
κάτι κακό συμβαίνει

χε χε
αρπάζω το πριόνι
χε χε
το τέλος τους ζυγώνει

χε χε
την γκάμα εμπλουτίζω
χε χε
πλασιέ θα τεμαχίζω

Φον φον θερμοσιφών

Νοέμβριος 2, 2007

Ώρα που βρήκε το ρημάδι να χαλάσει
ηλεκτρολόγο μες τη νύχτα που να ψάξω;
μήπως να προσπαθήσω το φτιάξω;
να δούμε ποιος στο τέλος θα γελάσει

και πόση να ναι πια η δυσκολία
μίας επισκευής θερμοσιφώνου;
σπατάλη χρήματος και χρόνου
ειν’ των ηλεκτρολόγων η ασχολία

δεν ήξερα πόσο θα μου κοστίσει
την πένσα πήρα και το κατσαβίδι
σύρθηκα στο πατάρι σα το φίδι
όμως τον γενικό δεν είχα κλείσει

ο ηλεκτρολόγος ήρθε στην κηδεία
απ το υπερπέραν το κοιτούσα το αρχίδι
που άρχισε να διανέμει ήδη
την κάρτα του, ψάχνοντας πελατεία