μέσα στα βάθη των αιώνων
του μίσους η πηγή χαμένη
διψάει το αίμα των προγονών
για νέο αίμα επιμένει

τι άραβες και ποιοι εβραίοι;
αθώες ψιλοκακιούλες
αίμα δεν έχουν δει να ρέει
πτώματα μέσα σε σακούλες

αν είσαι μαραθωνοδρόμος
χιλιόμετρα πολλά αν τρέχεις
πολύ θα πρέπει να προσέχεις
μακρόστενος είναι ο τρόμος

αθώε μαύρε Κενυάτη
ο αντίπαλος δεν είναι οι ώρες
ούτε του δρόμου οι ανηφόρες
το τράμ σε έβαλε στο μάτι

και αν γλίτωσες απ τα λιοντάρια
από την δίψα και τη πείνα
απ την ανθρωποφάγος χήνα
κι από τα σαρκοφάγα ψάρια

καλά δεν τα’χες λογαριάσει
σφάλμα η συμμετοχή σου ίσως
το προαιώνιο το μίσος
το τραμ ποτέ δε θα ξεχάσει

Advertisements

σα μελώδια ήχησαν οι λέξεις
το ακουστικό μου έπεσε απ τα χέρια
πως πέταγα αισθάνθηκα στ αστέρια
πώς τόση ευτυχία να αντέξεις;

Η λύτρωση ανακοίνωσαν πως φτάνει
«συγχαρητήρια το στεγαστικό ενεκρίθη»
μ’ έλουζαν με γαρύφαλλα τα πλήθη
δάφνινο μου φορέσανε στεφάνι

Σαν άνθρωπος κι εγώ τώρα θα ζήσω
στης τράπεζας χάρη την ευλογία
για να αποκτήσω κατοικία
το αίμα μου ενέχυρο θα’φήσω

με δόσεις θα μετράω πια τους μήνες
από μπετόν της σιγουριάς μου τα θεμέλια
στο ΙΚΕΑ με χαρές και γέλια
πόμολα θα διαλέγω και κουρτίνες