μέσα στα βάθη των αιώνων
του μίσους η πηγή χαμένη
διψάει το αίμα των προγονών
για νέο αίμα επιμένει

τι άραβες και ποιοι εβραίοι;
αθώες ψιλοκακιούλες
αίμα δεν έχουν δει να ρέει
πτώματα μέσα σε σακούλες

αν είσαι μαραθωνοδρόμος
χιλιόμετρα πολλά αν τρέχεις
πολύ θα πρέπει να προσέχεις
μακρόστενος είναι ο τρόμος

αθώε μαύρε Κενυάτη
ο αντίπαλος δεν είναι οι ώρες
ούτε του δρόμου οι ανηφόρες
το τράμ σε έβαλε στο μάτι

και αν γλίτωσες απ τα λιοντάρια
από την δίψα και τη πείνα
απ την ανθρωποφάγος χήνα
κι από τα σαρκοφάγα ψάρια

καλά δεν τα’χες λογαριάσει
σφάλμα η συμμετοχή σου ίσως
το προαιώνιο το μίσος
το τραμ ποτέ δε θα ξεχάσει

Μπαράζ τεμαχισμών

Νοέμβριος 3, 2007

Χρατς χρατς
η λάμα ροκανίζει
χρατς χρατς
τον σκύλο τεμαχίζει

γαβ γαβ
γαβγίζει από τον πόνο
γαβ γαβ
υπομονή τελειώνω

σπλιτς σπλατς
το αίμα χάμω στάζει
σπλιτς σπλατς
στεγνά κανείς δε σφάζει

νοκ νοκ
τη πόρτα μου χτυπάνε
νοκ νοκ
στο διάολο να πάνε

νοκ νοκ
ποιος να ναι; Επιμένει
νοκ νοκ
κάτι κακό συμβαίνει

χε χε
αρπάζω το πριόνι
χε χε
το τέλος τους ζυγώνει

χε χε
την γκάμα εμπλουτίζω
χε χε
πλασιέ θα τεμαχίζω

Φον φον θερμοσιφών

Νοέμβριος 2, 2007

Ώρα που βρήκε το ρημάδι να χαλάσει
ηλεκτρολόγο μες τη νύχτα που να ψάξω;
μήπως να προσπαθήσω το φτιάξω;
να δούμε ποιος στο τέλος θα γελάσει

και πόση να ναι πια η δυσκολία
μίας επισκευής θερμοσιφώνου;
σπατάλη χρήματος και χρόνου
ειν’ των ηλεκτρολόγων η ασχολία

δεν ήξερα πόσο θα μου κοστίσει
την πένσα πήρα και το κατσαβίδι
σύρθηκα στο πατάρι σα το φίδι
όμως τον γενικό δεν είχα κλείσει

ο ηλεκτρολόγος ήρθε στην κηδεία
απ το υπερπέραν το κοιτούσα το αρχίδι
που άρχισε να διανέμει ήδη
την κάρτα του, ψάχνοντας πελατεία

Κάτι κακό συμβαίνει και μυστήριο
με τις γραμμές πίσω απ τα αεροπλάνα
του εγκλήματος ψάχνοντας το πειστήριο
στράβωσε ο λαιμός μου σα μπανάνα

από το πρωί το ουρανό κοιτούσα
να μάθω για ποιο λόγο μας ψεκάζουν
αν έχουν κάποιο λόγο δε μπορούσα
να καταλάβω ή αν απλά διασκεδάζουν

για Βέλλιουρα μας έχουν ή για δάκο;
για αράχνη για σκορπιό ή για ψαλίδα;
Σκέφτομαι να νοικιάσω ένα φράκο
να μοιάζω πιο πολύ με κατσαρίδα

Δε ξέρεις να τρως

Οκτώβριος 30, 2007

«Να τρως δεν ξέρεις» συνήθιζε να λέει
την ώρα που το πιάτο μου κοιτούσε
στο λίπος η μερίδα σου αν δε πλέει
στα σίγουρα θα σε περιφρονούσε

τα ξύγκια απ το δικό μου το μοσχάρι
που είχα με αηδία αφαιρέσει
αγριεμένος όρμαγε να πάρει
να τα μασήσει απορούσες αν μπορέσει

«Να τρως δεν ξέρεις» έλεγε συνήθως
την πέτσα από το αρνάκι σαν τσιμπούσε
«χοληστερίνη των γιατρών ο μύθος,
φάτε μη ντρέπεστε» παρακινούσε

στον τάφο το όνομα του σκαλισμένο
ολόγυρα το δακρυσμένο σόι
το έμφραγμα τον βρήκε χορτασμένο
αν μη τι άλλο, ήξερε να τρώει